Η υφιστάμενη παγκόσμια αγορά για τα ομόλογα είναι μία εξ ολοκλήρου τεχνητή, προσωρινή κατασκευή που προέρχεται από τις κεντρικές τράπεζες του κόσμου που τυπώνουν χρήμα, με επικεφαλής τη Federal Reserve
Η σιωπηρή συναίνεση ότι οι τρέχουσες ρυθμίσεις χρηματοδότησης για τα 31 τρισεκατομμύρια δολάρια των ομολόγων των ΗΠΑ αντιπροσωπεύουν τη φυσική τάξη των πραγμάτων στις χρηματοπιστωτικές αγορές είναι απλώς μία χονδροειδής ανοησία.
Και αυτό για να μην αναφέρουμε το... έργο που βρίσκεται μπροστά μας —την εύρεση αγοραστών για άλλα 142 τρισεκατομμύρια δολάρια σε treasuries έως τα μέσα του αιώνα σε μια βιώσιμη απόδοση που δεν θα τινάξει στον αέρα τα ομολογιακά…pits.
Το γεγονός είναι ότι η υφιστάμενη παγκόσμια αγορά για τα ομόλογα είναι μία εξ ολοκλήρου τεχνητή, προσωρινή κατασκευή που προέρχεται από τις κεντρικές τράπεζες του κόσμου που τυπώνουν χρήμα, με επικεφαλής τη Federal Reserve.
Οι τελευταίες έχουν γεννήσει τρεις μορφές τεχνητής ζήτησης για τα ομόλογα των ΗΠΑ που κάνουν όλη τη διαφορά στον κόσμο μεταξύ των σημερινών εξαιρετικά χαμηλών, μη βιώσιμων αποδόσεων των κρατικών ομολόγων και των πολύ, πολύ υψηλότερων επιπέδων που διαφορετικά θα επικρατούσαν υπό ένα καθεστώς υγιούς χρήματος και δίκαιης τιμολόγησης βασισμένης στην προσφορά και τη ζήτηση.
Αυτές οι τρεις πηγές τεχνητής ζήτησης για τα USTs (αμερικανικά ομόλογα) περιλαμβάνουν:
• Ο διογκωμένος ισολογισμός της ίδιας της Fed.
• Οι κεντρικές τράπεζες των μερκαντιλιστών εξαγωγέων και των εξαγωγέων πετρελαίου των βασιλείων του Περσικού Κόλπου.
• Οι μαζικές κατοχές παγκόσμιων hedge funds και άλλων traders και κερδοκόπων.
Οι... τρελές αποδόσεις και η πραγματικότητα
Πριν εμβαθύνουμε στις λεπτομέρειες αυτών των τριών παραγόντων ψεύτικης ζήτησης και στον ρόλο που έπαιξαν στη χρηματοδότηση μιας εννεαπλάσιας αύξησης τού δημόσια κατεχόμενου ομοσπονδιακού χρέους, από 3,4 τρισεκατομμύρια δολάρια μόλις το 1995 σε 31,3 τρισεκατομμύρια δολάρια επί του παρόντος, πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι οι αποδόσεις που επικράτησαν σε αυτό το διάστημα των 30 ετών δεν ήταν διόλου φυσικές, ορθολογικές ή βιώσιμες.
Πράγματι, το γράφημα της προσαρμοσμένης στον πληθωρισμό απόδοσης του βασικού τίτλου του US Treasury —του ομολόγου 10 ετών— μιλάει από μόνο του.
Μέχρι τη στιγμή που η Fed είχε ωθήσει την πραγματική απόδοση στον μοναδικό πιο σημαντικό τίτλο σε ολόκληρη την παγκόσμια χρηματοπιστωτική αγορά στο παράλογο ναδίρ του -4,2% τον Αύγουστο του 2022, η πραγματική απόδοση είχε οδηγηθεί κατηφορικά για το μεγαλύτερο μέρος τριών δεκαετιών, πέφτοντας κατά περισσότερες από 900 μονάδες βάσης!
Αυτό είναι σωστό.
Δεν υπάρχει καμία πιθανότητα (σαν να πέφτει… χιόνι στην κόλαση) μια 30ετής κατάρρευση των προσαρμοσμένων στον πληθωρισμό αποδόσεων των ομολόγων, σαν αυτή που φαίνεται στο γράφημα, να μπορούσε να είχε συμβεί σε μια δίκαιη αγορά που καθοδηγείται από την προσφορά και τη ζήτηση και λειτουργεί με υγιές χρήμα υποστηριγμένο από χρυσό.
Αντίθετα, αυτή είναι η απόλυτη υπογραφή της κεϋνσιανής κεντρικής τραπεζικής.
Δηλαδή, το μοντέλο που προϋποθέτει ότι η ευημερία ενισχύεται πλημμυρίζοντας την οικονομία με χρέος εύκολου χρήματος παρά με το να ενισχύονται τα αληθινά θεμέλια της ευημερίας και του αυξανόμενου πλούτου —ήτοι, τη δημιουργία περισσότερης αξίας από την πλευρά της προσφοράς αγαθών, κεφαλαίου, τεχνολογίας και επιχειρηματικής καινοτομίας.

Ο ρόλος των εξαγωγικών κρατών
Θα φτάσουμε στον ρόλο του ισολογισμού της ίδιας της Fed στη δημιουργία αυτής της μη βιώσιμης στρέβλωσης στις αγορές ομολόγων, αλλά πρώτα εξετάζουμε τον ρόλο των διεθνών κατοχών ομολόγων των ΗΠΑ και τον βασικό ρόλο που έπαιξαν οι μερκαντιλιστές εξαγωγείς.
Ακόμη και μέχρι το 1995 —όταν εξακολουθούσαν να υπάρχουν συνεχιζόμενες μάχες για δημοσιονομική πειθαρχία και μείωση του ελλείμματος στο Καπιτώλιο— η κατοχή αμερικανικών κρατικών ομολόγων από τους δύο κορυφαίους μερκαντιλιστές εξαγωγείς —την Κίνα και την Ιαπωνία— αντιπροσώπευαν μηδενική αξία.
Τα 205 δισεκατομμύρια δολάρια σε ομόλογα των ΗΠΑ αντιστοιχούσαν μόνο στο 6% των 3,4 τρισεκατομμυρίων δολαρίων του εκκρεμούς χρέους του δημοσίου.
Σε 20 χρόνια αργότερα, στο 2015, ωστόσο, και οι συνδυασμένες κατοχές τους κατείχαν πλέον έναν εντελώς διαφορετικό... ταχυδρομικό κώδικα.
Οι κατοχές αμερικανικώ ομολόγων της Ιαπωνίας και της Κίνας ανήλθαν σε 1,250 τρισεκατομμύρια δολάρια η κάθε μία, πράγμα που σήμαινε ότι το συνολικό ποσό των 2,5 τρισεκατομμυρίων δολαρίων αντιστοιχούσε στο 18,4% του συνολικού χρέους του Treasuries που κατείχε το κοινό σε παγκόσμια βάση.
Περιττό να πούμε ότι, στο περιθώριο, αυτή η απορρόφηση 2,23 τρισεκατομμυρίων δολαρίων των τεράστιων εκδόσεων χρέους 10,2 τρισεκατομμυρίων δολαρίων του «Θείου Σαμ» κατά τη διάρκεια αυτής της 20ετούς περιόδου έκανε τεράστια διαφορά όσον αφορά τις αποδόσεις.
Αυτό συνέβη επειδή τόσο η Ιαπωνία όσο και η Κίνα δεν ήταν αγοραστές αμερικανικού χρέους βασισμένοι στην τιμή κατά τη διάρκεια αυτού του διαστήματος, ούτε είναι ακόμη και τώρα.
Αντίθετα, είναι και οι δύο κλασικές μερκαντιλιστικές οικονομίες πρόθυμες να κάνουν τα πάντα για να προωθήσουν τις εξαγωγές και συνεπώς το μοντέλο τους για την εγχώρια ευημερία.
Κατέληξαν να χρωστούν 2,5 τρισεκατομμύρια δολάρια από το χρέος του Θείου Σαμ μέχρι το 2015, επομένως, ως παρηγορητικό βραβείο από παρεμβάσεις στην αγορά συναλλάγματος, και όχι ως συνέπεια συνετών επενδυτικών στρατηγικών.
Και σίγουρα δεν ήταν επειδή λάτρευαν την επιτυχία της αμερικανικής οικονομίας και ήθελαν ένα κομμάτι από αυτήν —όπως υποστηρίζεται από το πλήθος της λογικής «τα ελλείμματα δεν έχουν σημασία».
Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, οι μερκαντιλιστές του Ειρηνικού ήταν αχόρταγοι αγοραστές δολαρίων και πωλητές των δικών τους νομισμάτων —ακόμη και όταν η Fed αντλούσε υποχρεώσεις σε δολάρια σαν να μην υπήρχε αύριο.
Συγκεκριμένα, μεταξύ 1995 και 2015, ο ισολογισμός της Fed αυξήθηκε κατά 4 τρισεκατομμύρια, αντιπροσωπεύοντας αύξηση σχεδόν 13% ετησίως.
Υπό άλλες συνθήκες, τα νομίσματα των εξαγωγέων με τεράστια εμπορικά πλεονάσματα όπως η Κίνα και η Ιαπωνία θα είχαν ανατιμηθεί έντονα έναντι της πλημμύρας των αμερικανικών δολαρίων και της σχετικής έκρηξης των ελλειμμάτων του ισοζυγίου πληρωμών των ΗΠΑ.
Με τη σειρά του, το κόστος σε δολάρια των κινεζικών και ιαπωνικών βιομηχανικών προϊόντων θα είχε αυξηθεί απότομα, ζημιώνοντας κατ’ αυτό τον τρόπο το ανταγωνιστικό τους πλεονέκτημα στα ράφια της Walmart, κ.λπ.
Επιπλέον, σε έναν κόσμο fiat νομισμάτων (που δεν στηρίζονται στον χρυσό), οι νόμοι της οικονομίας μπορούν εύκολα να παρακαμφθούν από τις κεντρικές τράπεζες.
Στην προκειμένη περίπτωση, η Τράπεζα της Ιαπωνίας (BοJ) και η Λαϊκή Τράπεζα της Κίνας (PBOC) αγόρασαν αμερικανικά δολάρια μαζικά, μειώνοντας έτσι την ανατίμηση των δικών τους νομισμάτων έναντι του αμερικανικού νομίσματος.
Το αποτέλεσμα ήταν η αποφυγή αυτού που διαφορετικά θα ήταν η δυσμενής επίδραση του αδύναμου δολαρίου στους εμπορικούς τους λογαριασμούς.
Δηλαδή, στη σοφία τους (ή όχι) αντήλλαξαν τον ιδρώτα του μετώπου των εργαζομένων τους και την ιδιοφυΐα των κατασκευαστών και των επιχειρηματιών τους για ένα αυξανόμενο βουνό από αμερικανικά ομόλογα.
Έτσι, αγοράζοντας 2,3 τρισεκατομμύρια δολάρια χρέους των ΗΠΑ κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου δύο δεκαετιών, λειτούργησαν όχι ως πρόθυμοι επενδυτές USTs βασισμένοι στην τιμή, αλλά ως μερκαντιλιστές που ήθελαν να αυξήσουν το ανταγωνιστικό του πλεονέκτημα ακολουθώντας μια λανθασμένη πολιτική.
Με αυτόν τον τρόπο, φόρτωσαν στις δικές τους χώρες το αμφίβολο fiat χρήμα που τυπωνόταν με αυξανόμενους ρυθμούς από τη Federal Reserve.

Εξαγωγείς Πετρελαίου στο Περσικό Κόλπου
Η ομάδα από τα Κράτη του Κόλπου (Σαουδική Αραβία, ΗΑΕ, Κουβέιτ, Κατάρ, κ.λπ.) ξεχωρίζει με κατοχή 340 δισεκατομμυρίων σε ομόλογα από το 2008.
Από αυτά, η Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα μαζί αντιπροσωπεύουν περίπου το 60-65% (200-220 δισεκατομμύρια συνολικά).
Και σε αυτή την περίπτωση, ο εξαγωγικός μερκαντιλισμός παρέχει την εξήγηση.
Δεδομένων των μεγάλων εμπορικών πλεονασμάτων αυτών των εξαγωγέων πετρελαίου και των τεράστιων αποταμιεύσεών τους, τα νομίσματά τους θα έτειναν να ανατιμηθούν απότομα έναντι του δολαρίου, υπό άλλες συνθήκες.
Φυσικά, αυτό δεν συνέβη.
Το αντάλλαγμα για αυτό που τα κράτη του Περσικού Κόλπου πλήρωναν ήταν η στρατιωτική ομπρέλα των βάσεων της Ουάσιγκτον και του Πέμπτου Στόλου —λοιπόν, τουλάχιστον μέχρι ο Trump να τινάξει στον αέρα τη συμφωνία επιτιθέμενος στρατιωτικά στο Ιράν και κλείνοντας εντελώς τα Στενά του Hormuz — αγόρασαν δολάρια και συσσώρευσαν κρατικά ομόλογα ακριβώς όπως οι ασιάτες εξαγωγείς μεταποιημένων αγαθών.
Βεβαίως, αυτή η εκδοχή της μερκαντιλιστικής πολιτικής των εξαγωγέων πετρελαίου δεν ήταν ποτέ υγιής οικονομική πολιτική —στην ουσία οι παραγωγοί του Κόλπου αντήλλαγαν το πολύτιμο εμπόρευμα που ήταν θαμμένο κάτω από τις ερήμους τους για το αμφίβολο χάρτινο νόμισμα της Ουάσιγκτον.
Αλλά είχε το πλεονέκτημα ότι κρατούσε την τιμή του πετρελαίου σε δολάρια χαμηλότερη από ό,τι θα ήταν διαφορετικά, αναστέλλοντας έτσι τα κίνητρα για την έρευνα για πηγές του «μαύρου χρυσού» αλλού στον πλανήτη ή σε εναλλακτικές μορφές ενέργειας.
Στο τέλος της ημέρας, τόσο στη Wall Street όσο και στην Ουάσιγκτον φαίνεται να κοιμούνται ήσυχα υπό την αυταπάτη ότι η τρέχουσα πρόχειρη παγκόσμια αγορά για τα USTs είναι η βιώσιμη φυσική τάξη των αγορών.
Στην πραγματικότητα, ωστόσο, θα έπρεπε να τρέμουν από τον φόρο στην προοπτική 142 τρισεκατομμυρίων δολαρίων πρόσθετων USTs να χύνονται πάνω από το χάρτινο πύργο στον οποίο ήδη κατοικούν.
Η τεχνητή ζήτηση που υποστηρίζει την αγορά κρατικών ομολόγων των ΗΠΑ δεν μπορεί να συνεχιστεί διά παντός.
Καθώς η έκδοση χρέους εκρήγνυται και οι ξένοι αγοραστές υποχωρούν, οι συνέπειες θα μπορούσαν να περιλαμβάνουν υψηλότερα επιτόκια, ένα ασθενέστερο δολάριο, κεφαλαιακούς ελέγχους και ολοένα και πιο επιθετικές προσπάθειες κατάσχεσης ή περιορισμού του ιδιωτικού πλούτου.
Ο χρόνος προετοιμασίας είναι πριν γίνουν απαραίτητα αυτά τα μέτρα — και προτού εξαφανιστούν οι επιλογές.

www.bankingews.gr
Και αυτό για να μην αναφέρουμε το... έργο που βρίσκεται μπροστά μας —την εύρεση αγοραστών για άλλα 142 τρισεκατομμύρια δολάρια σε treasuries έως τα μέσα του αιώνα σε μια βιώσιμη απόδοση που δεν θα τινάξει στον αέρα τα ομολογιακά…pits.
Το γεγονός είναι ότι η υφιστάμενη παγκόσμια αγορά για τα ομόλογα είναι μία εξ ολοκλήρου τεχνητή, προσωρινή κατασκευή που προέρχεται από τις κεντρικές τράπεζες του κόσμου που τυπώνουν χρήμα, με επικεφαλής τη Federal Reserve.
Οι τελευταίες έχουν γεννήσει τρεις μορφές τεχνητής ζήτησης για τα ομόλογα των ΗΠΑ που κάνουν όλη τη διαφορά στον κόσμο μεταξύ των σημερινών εξαιρετικά χαμηλών, μη βιώσιμων αποδόσεων των κρατικών ομολόγων και των πολύ, πολύ υψηλότερων επιπέδων που διαφορετικά θα επικρατούσαν υπό ένα καθεστώς υγιούς χρήματος και δίκαιης τιμολόγησης βασισμένης στην προσφορά και τη ζήτηση.
Αυτές οι τρεις πηγές τεχνητής ζήτησης για τα USTs (αμερικανικά ομόλογα) περιλαμβάνουν:
• Ο διογκωμένος ισολογισμός της ίδιας της Fed.
• Οι κεντρικές τράπεζες των μερκαντιλιστών εξαγωγέων και των εξαγωγέων πετρελαίου των βασιλείων του Περσικού Κόλπου.
• Οι μαζικές κατοχές παγκόσμιων hedge funds και άλλων traders και κερδοκόπων.
Οι... τρελές αποδόσεις και η πραγματικότητα
Πριν εμβαθύνουμε στις λεπτομέρειες αυτών των τριών παραγόντων ψεύτικης ζήτησης και στον ρόλο που έπαιξαν στη χρηματοδότηση μιας εννεαπλάσιας αύξησης τού δημόσια κατεχόμενου ομοσπονδιακού χρέους, από 3,4 τρισεκατομμύρια δολάρια μόλις το 1995 σε 31,3 τρισεκατομμύρια δολάρια επί του παρόντος, πρέπει να υπενθυμίσουμε ότι οι αποδόσεις που επικράτησαν σε αυτό το διάστημα των 30 ετών δεν ήταν διόλου φυσικές, ορθολογικές ή βιώσιμες.
Πράγματι, το γράφημα της προσαρμοσμένης στον πληθωρισμό απόδοσης του βασικού τίτλου του US Treasury —του ομολόγου 10 ετών— μιλάει από μόνο του.
Μέχρι τη στιγμή που η Fed είχε ωθήσει την πραγματική απόδοση στον μοναδικό πιο σημαντικό τίτλο σε ολόκληρη την παγκόσμια χρηματοπιστωτική αγορά στο παράλογο ναδίρ του -4,2% τον Αύγουστο του 2022, η πραγματική απόδοση είχε οδηγηθεί κατηφορικά για το μεγαλύτερο μέρος τριών δεκαετιών, πέφτοντας κατά περισσότερες από 900 μονάδες βάσης!
Αυτό είναι σωστό.
Δεν υπάρχει καμία πιθανότητα (σαν να πέφτει… χιόνι στην κόλαση) μια 30ετής κατάρρευση των προσαρμοσμένων στον πληθωρισμό αποδόσεων των ομολόγων, σαν αυτή που φαίνεται στο γράφημα, να μπορούσε να είχε συμβεί σε μια δίκαιη αγορά που καθοδηγείται από την προσφορά και τη ζήτηση και λειτουργεί με υγιές χρήμα υποστηριγμένο από χρυσό.
Αντίθετα, αυτή είναι η απόλυτη υπογραφή της κεϋνσιανής κεντρικής τραπεζικής.
Δηλαδή, το μοντέλο που προϋποθέτει ότι η ευημερία ενισχύεται πλημμυρίζοντας την οικονομία με χρέος εύκολου χρήματος παρά με το να ενισχύονται τα αληθινά θεμέλια της ευημερίας και του αυξανόμενου πλούτου —ήτοι, τη δημιουργία περισσότερης αξίας από την πλευρά της προσφοράς αγαθών, κεφαλαίου, τεχνολογίας και επιχειρηματικής καινοτομίας.

Ο ρόλος των εξαγωγικών κρατών
Θα φτάσουμε στον ρόλο του ισολογισμού της ίδιας της Fed στη δημιουργία αυτής της μη βιώσιμης στρέβλωσης στις αγορές ομολόγων, αλλά πρώτα εξετάζουμε τον ρόλο των διεθνών κατοχών ομολόγων των ΗΠΑ και τον βασικό ρόλο που έπαιξαν οι μερκαντιλιστές εξαγωγείς.
Ακόμη και μέχρι το 1995 —όταν εξακολουθούσαν να υπάρχουν συνεχιζόμενες μάχες για δημοσιονομική πειθαρχία και μείωση του ελλείμματος στο Καπιτώλιο— η κατοχή αμερικανικών κρατικών ομολόγων από τους δύο κορυφαίους μερκαντιλιστές εξαγωγείς —την Κίνα και την Ιαπωνία— αντιπροσώπευαν μηδενική αξία.
Τα 205 δισεκατομμύρια δολάρια σε ομόλογα των ΗΠΑ αντιστοιχούσαν μόνο στο 6% των 3,4 τρισεκατομμυρίων δολαρίων του εκκρεμούς χρέους του δημοσίου.
Σε 20 χρόνια αργότερα, στο 2015, ωστόσο, και οι συνδυασμένες κατοχές τους κατείχαν πλέον έναν εντελώς διαφορετικό... ταχυδρομικό κώδικα.
Οι κατοχές αμερικανικώ ομολόγων της Ιαπωνίας και της Κίνας ανήλθαν σε 1,250 τρισεκατομμύρια δολάρια η κάθε μία, πράγμα που σήμαινε ότι το συνολικό ποσό των 2,5 τρισεκατομμυρίων δολαρίων αντιστοιχούσε στο 18,4% του συνολικού χρέους του Treasuries που κατείχε το κοινό σε παγκόσμια βάση.
Περιττό να πούμε ότι, στο περιθώριο, αυτή η απορρόφηση 2,23 τρισεκατομμυρίων δολαρίων των τεράστιων εκδόσεων χρέους 10,2 τρισεκατομμυρίων δολαρίων του «Θείου Σαμ» κατά τη διάρκεια αυτής της 20ετούς περιόδου έκανε τεράστια διαφορά όσον αφορά τις αποδόσεις.
Αυτό συνέβη επειδή τόσο η Ιαπωνία όσο και η Κίνα δεν ήταν αγοραστές αμερικανικού χρέους βασισμένοι στην τιμή κατά τη διάρκεια αυτού του διαστήματος, ούτε είναι ακόμη και τώρα.
Αντίθετα, είναι και οι δύο κλασικές μερκαντιλιστικές οικονομίες πρόθυμες να κάνουν τα πάντα για να προωθήσουν τις εξαγωγές και συνεπώς το μοντέλο τους για την εγχώρια ευημερία.
Κατέληξαν να χρωστούν 2,5 τρισεκατομμύρια δολάρια από το χρέος του Θείου Σαμ μέχρι το 2015, επομένως, ως παρηγορητικό βραβείο από παρεμβάσεις στην αγορά συναλλάγματος, και όχι ως συνέπεια συνετών επενδυτικών στρατηγικών.
Και σίγουρα δεν ήταν επειδή λάτρευαν την επιτυχία της αμερικανικής οικονομίας και ήθελαν ένα κομμάτι από αυτήν —όπως υποστηρίζεται από το πλήθος της λογικής «τα ελλείμματα δεν έχουν σημασία».
Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, οι μερκαντιλιστές του Ειρηνικού ήταν αχόρταγοι αγοραστές δολαρίων και πωλητές των δικών τους νομισμάτων —ακόμη και όταν η Fed αντλούσε υποχρεώσεις σε δολάρια σαν να μην υπήρχε αύριο.
Συγκεκριμένα, μεταξύ 1995 και 2015, ο ισολογισμός της Fed αυξήθηκε κατά 4 τρισεκατομμύρια, αντιπροσωπεύοντας αύξηση σχεδόν 13% ετησίως.
Υπό άλλες συνθήκες, τα νομίσματα των εξαγωγέων με τεράστια εμπορικά πλεονάσματα όπως η Κίνα και η Ιαπωνία θα είχαν ανατιμηθεί έντονα έναντι της πλημμύρας των αμερικανικών δολαρίων και της σχετικής έκρηξης των ελλειμμάτων του ισοζυγίου πληρωμών των ΗΠΑ.
Με τη σειρά του, το κόστος σε δολάρια των κινεζικών και ιαπωνικών βιομηχανικών προϊόντων θα είχε αυξηθεί απότομα, ζημιώνοντας κατ’ αυτό τον τρόπο το ανταγωνιστικό τους πλεονέκτημα στα ράφια της Walmart, κ.λπ.
Επιπλέον, σε έναν κόσμο fiat νομισμάτων (που δεν στηρίζονται στον χρυσό), οι νόμοι της οικονομίας μπορούν εύκολα να παρακαμφθούν από τις κεντρικές τράπεζες.
Στην προκειμένη περίπτωση, η Τράπεζα της Ιαπωνίας (BοJ) και η Λαϊκή Τράπεζα της Κίνας (PBOC) αγόρασαν αμερικανικά δολάρια μαζικά, μειώνοντας έτσι την ανατίμηση των δικών τους νομισμάτων έναντι του αμερικανικού νομίσματος.
Το αποτέλεσμα ήταν η αποφυγή αυτού που διαφορετικά θα ήταν η δυσμενής επίδραση του αδύναμου δολαρίου στους εμπορικούς τους λογαριασμούς.
Δηλαδή, στη σοφία τους (ή όχι) αντήλλαξαν τον ιδρώτα του μετώπου των εργαζομένων τους και την ιδιοφυΐα των κατασκευαστών και των επιχειρηματιών τους για ένα αυξανόμενο βουνό από αμερικανικά ομόλογα.
Έτσι, αγοράζοντας 2,3 τρισεκατομμύρια δολάρια χρέους των ΗΠΑ κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου δύο δεκαετιών, λειτούργησαν όχι ως πρόθυμοι επενδυτές USTs βασισμένοι στην τιμή, αλλά ως μερκαντιλιστές που ήθελαν να αυξήσουν το ανταγωνιστικό του πλεονέκτημα ακολουθώντας μια λανθασμένη πολιτική.
Με αυτόν τον τρόπο, φόρτωσαν στις δικές τους χώρες το αμφίβολο fiat χρήμα που τυπωνόταν με αυξανόμενους ρυθμούς από τη Federal Reserve.

Εξαγωγείς Πετρελαίου στο Περσικό Κόλπου
Η ομάδα από τα Κράτη του Κόλπου (Σαουδική Αραβία, ΗΑΕ, Κουβέιτ, Κατάρ, κ.λπ.) ξεχωρίζει με κατοχή 340 δισεκατομμυρίων σε ομόλογα από το 2008.
Από αυτά, η Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα μαζί αντιπροσωπεύουν περίπου το 60-65% (200-220 δισεκατομμύρια συνολικά).
Και σε αυτή την περίπτωση, ο εξαγωγικός μερκαντιλισμός παρέχει την εξήγηση.
Δεδομένων των μεγάλων εμπορικών πλεονασμάτων αυτών των εξαγωγέων πετρελαίου και των τεράστιων αποταμιεύσεών τους, τα νομίσματά τους θα έτειναν να ανατιμηθούν απότομα έναντι του δολαρίου, υπό άλλες συνθήκες.
Φυσικά, αυτό δεν συνέβη.
Το αντάλλαγμα για αυτό που τα κράτη του Περσικού Κόλπου πλήρωναν ήταν η στρατιωτική ομπρέλα των βάσεων της Ουάσιγκτον και του Πέμπτου Στόλου —λοιπόν, τουλάχιστον μέχρι ο Trump να τινάξει στον αέρα τη συμφωνία επιτιθέμενος στρατιωτικά στο Ιράν και κλείνοντας εντελώς τα Στενά του Hormuz — αγόρασαν δολάρια και συσσώρευσαν κρατικά ομόλογα ακριβώς όπως οι ασιάτες εξαγωγείς μεταποιημένων αγαθών.
Βεβαίως, αυτή η εκδοχή της μερκαντιλιστικής πολιτικής των εξαγωγέων πετρελαίου δεν ήταν ποτέ υγιής οικονομική πολιτική —στην ουσία οι παραγωγοί του Κόλπου αντήλλαγαν το πολύτιμο εμπόρευμα που ήταν θαμμένο κάτω από τις ερήμους τους για το αμφίβολο χάρτινο νόμισμα της Ουάσιγκτον.
Αλλά είχε το πλεονέκτημα ότι κρατούσε την τιμή του πετρελαίου σε δολάρια χαμηλότερη από ό,τι θα ήταν διαφορετικά, αναστέλλοντας έτσι τα κίνητρα για την έρευνα για πηγές του «μαύρου χρυσού» αλλού στον πλανήτη ή σε εναλλακτικές μορφές ενέργειας.
Στο τέλος της ημέρας, τόσο στη Wall Street όσο και στην Ουάσιγκτον φαίνεται να κοιμούνται ήσυχα υπό την αυταπάτη ότι η τρέχουσα πρόχειρη παγκόσμια αγορά για τα USTs είναι η βιώσιμη φυσική τάξη των αγορών.
Στην πραγματικότητα, ωστόσο, θα έπρεπε να τρέμουν από τον φόρο στην προοπτική 142 τρισεκατομμυρίων δολαρίων πρόσθετων USTs να χύνονται πάνω από το χάρτινο πύργο στον οποίο ήδη κατοικούν.
Η τεχνητή ζήτηση που υποστηρίζει την αγορά κρατικών ομολόγων των ΗΠΑ δεν μπορεί να συνεχιστεί διά παντός.
Καθώς η έκδοση χρέους εκρήγνυται και οι ξένοι αγοραστές υποχωρούν, οι συνέπειες θα μπορούσαν να περιλαμβάνουν υψηλότερα επιτόκια, ένα ασθενέστερο δολάριο, κεφαλαιακούς ελέγχους και ολοένα και πιο επιθετικές προσπάθειες κατάσχεσης ή περιορισμού του ιδιωτικού πλούτου.
Ο χρόνος προετοιμασίας είναι πριν γίνουν απαραίτητα αυτά τα μέτρα — και προτού εξαφανιστούν οι επιλογές.

www.bankingews.gr
Σχόλια αναγνωστών